Το «δεύτερο ημίχρονο» του βιονικού Ακίλε Πολονάρα, που είχε 10% πιθανότητες να ζήσει

02/04/2026
𓂃✍︎ Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: αυτοί που λένε στον Θεό «Γενηθήτω το θέλημά σου» και αυτοί που τους λέει ο Θεός «καλά, κάνε ό,τι νομίζεις», είχε πει ο Ιρλανδός συγγραφέας, Κλάιβ Στέιπλς Λιούις, θέλοντας να αποδώσει την ψυχική δύναμη αυτών που υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση.
Αν υπάρχει Θεός, είχε μοιράσει στον Ακίλε Πολονάρα ένα φύλλο που δεν παίζεται. Είχε εκδώσει για αυτόν ένα καταδικαστικό φιρμάνι, σαν άλλος Δίας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας που όταν έβαζε κάποιον θνητό στο μάτι τον κατακεραύνωνε με συμφορές.
Πλέον όμως, ο Θεός είδε και απόειδε με την περίπτωση του, αφήνοντας τον να… κάνει ότι νομίζει. Τον καρκίνο στους όρχεις πριν από δυόμιση χρόνια ακολούθησε η μυελογενής λευχαιμία το καλοκαίρι του 2025, που κατέστησε απαραίτητη τη μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Η επέμβαση προκάλεσε εγκεφαλική εμβολή και σοβαρή έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλο του, με αποτέλεσμα να πέσει σε κώμα. Τότε ήταν που οι γιατροί εκτίμησαν τις «πιθανότητες θανάτου στο 90%». Κι όμως, ο διεθνής Ιταλός μπασκετμπολίστας, όχι μόνο αρνείται να παραδοθεί, αλλά έπιασε ξανά μπάλα και ετοιμάζεται για δεύτερη επιστροφή στα παρκέ, στα 34 χρόνια του!
Το video που ανήρτησε ο ίδιος τη Δευτέρα 30 Μαρτίου και τον δείχνει να κάνει σουτάκια στο γήπεδο της Ντιναμό Σάσαρι, σκόρπισε συγκίνηση.
«Il mio secondo tempo»
Μόλις έξι μήνες πριν η ζωή του είχε φτάσει να κρέμεται από μία κλωστή και κάποια στιγμή, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, πέρασε από το μυαλό του να τελειώσει τα πάντα. Να πηδήξει από το παράθυρο του νοσοκομείου και να βάλει τέλος στο επαναλαμβανόμενο μαρτύριο.
Η γυναίκα του, η Έρικα, ήταν όμως εκεί, για να τον μεταπείσει. Υπενθυμίζοντάς του ότι δεν παλεύει μόνο για αυτόν, αλλά ότι υπάρχουν δύο παιδιά που θα μεγαλώσουν με την ιστορία του. Παρακινώντας τον να συνεχίσει γιατί «αυτή η ιστορία δεν μπορεί να τελειώσει έτσι».
Κάπου εκεί, ήταν το turning point. Βοήθησε και ένα πάρτι γενεθλίων που ακολούθησε. «Μετά την έξοδο από την εντατική και το κώμα, αρνιόμουν να φάω, να πιω νερό, έμενα με τα φώτα σβηστά και δεν μιλούσα σε κανέναν πλην της συζύγου μου. Ήμουν θυμωμένος με τον κόσμο. Νομίζω ότι ήταν ένα είδος κατάθλιψης», λέει στο βιβλίο του ο Πολονάρα. Χάρη σε εκείνο το πάρτι όμως, στο οποίο ήταν παρών και ο Μάρκο Μπελινέλι, το φως επανήλθε. «Έκτοτε άρχισα να αναρρώνω και να αφήνω στην άκρη τις κακές σκέψεις. Τώρα δεν αναρωτιέμαι πλέον “γιατί εγώ;”. Η κακή τύχη συμβαίνει ξαφνικά και δεν υπάρχει απάντηση».
Ο Πολονάρα προσέγγισε με άκρως παραγωγικό τρόπο αυτή την αλλαγή mindset, ρίχνοντας τις σκέψεις του στο χαρτί. Το βιβλίο του, «Il mio secondo tempo» («το δικό μου δεύτερο ημίχρονο»), δεν είναι μια εξομολόγηση ηρωισμού. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια να βάλει σε σειρά όσα δεν χωρούσαν στο μυαλό του. Μια δημόσια εξομολόγηση που θα τον ελευθέρωνε απ’ όλα αυτά που τον βάρυναν και τον γέμιζαν με αρνητικά συναισθήματα.
Δεν του αρέσει να τον αντιμετωπίζουν σαν σύμβολο. «Έπεσα σε κώμα και μετά ξύπνησα. Δεν βλέπω τίποτα ηρωικό σε αυτό», λέει. «Απλώς δεν ήταν δίκαιο να πιστεύουν τα παιδιά ότι ο μπαμπάς τουλάχιστον δεν προσπάθησε».
Όταν τελικά ξαναμπήκε στο γήπεδο, έστω και για λίγο, δεν ήταν επιστροφή. Ήταν κάτι σαν επανεκκίνηση. «Το να ξαναπιάσω την μπάλα μετά από δέκα μήνες ήταν συναρπαστικό», παραδέχθηκε. «Στην αρχή ένιωθα σαν να ήταν η πρώτη φορά που παίζω». Εύλογα το μπάσκετ δεν είναι πια στο επίκεντρο. Τουλάχιστον όχι για την ώρα. «Ακόμα δεν σκέφτομαι το μπάσκετ, αλλά τη ζωή», λέει. «Γιατί το πραγματικό παιχνίδι είναι εκτός γηπέδου. Ελπίζω από εδώ και πέρα να έχω περισσότερη τύχη στη ζωή, ή, τουλάχιστον, λιγότερη ατυχία».
Ο άνθρωπος αντέχει…
Υπήρξαν και άλλες στιγμές που δεν χωράνε εύκολα σε λέξεις. Το κώμα, για παράδειγμα. Το περιγράφει σαν ένα ταξίδι σε «άλλη διάσταση», όπου το μόνο που ένιωθε ήταν η παρουσία της γυναίκας του. Τίποτα άλλο. Ούτε φωνές, ούτε εικόνες. Μόνο αυτό.
Και μετά, η επιστροφή. Οι ερωτήσεις της κόρης του. «”Μπαμπά, τι είναι το κώμα;”. Πώς απαντάς σε κάτι τέτοιο; Δεν υπάρχει σωστός τρόπος. Υπάρχει μόνο η προσπάθεια να προστατεύσεις όσο μπορείς έναν κόσμο που δεν είναι έτοιμος να καταλάβει».
Οι γιατροί του είχαν μιλήσει για πιθανότητες. Σκληρές πιθανότητες. «Μου είχαν πει ότι υπήρχε 90% να πεθάνω», αποκάλυψε. Κι όμως, είναι εδώ. Όχι γιατί «νίκησε» με τον τρόπο που το εννοούμε συνήθως, αλλά γιατί δεν σταμάτησε να παλεύει, ακόμα και όταν είχε ξεμείνει από ψυχική δύναμη.
Η διαδικασία αποκατάστασης συνεχίζεται. Θεραπείες, φάρμακα, μια καθημερινότητα που δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει. Χρειάζονται τουλάχιστον 2-3 χρόνια για να προκύψει μια σχετική βεβαιότητα. Έως τότε, δεν θα υπάρχουν εγγυήσεις.
Θα τα περάσει όμως όχι πια ως δέσμιος μοιρολατρικών αντιλήψεων. Το λέει και για την πίστη του, που άλλαξε μέσα σε όλο αυτό. Είναι πια υπεράνω… Θεού και ανυπόφορων, αναπάντητων ερωτημάτων. Μιλάει στο βιβλίο του για τις στιγμές που προσευχόταν και για εκείνες που ένιωθε ότι δεν μπορεί πια. Για την αμφιβολία, το θυμό και τελικά την αποδοχή. Πλέον δεν ρωτά «γιατί σε μένα». Συμβαίνει. Και κάποια στιγμή, σταματάς να ψάχνεις απαντήσεις και αρχίζεις να ψάχνεις τρόπο να συνεχίσεις.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, υπάρχει και το γήπεδο. Όχι ως στόχος, αλλά ως πιθανότητα. Η Σάσαρι στην οποία έπαιξε τη διετία 2017-19, του έχει προσφέρει συμβόλαιο για οποτεδήποτε επιστρέψει στη δράση. Εκείνος θέλει να παίξει ξανά. Ίσως την επόμενη σεζόν. Ίσως όχι. Δεν έχει τόσο σημασία.
Γιατί το «δεύτερο ημίχρονο» του δεν μετριέται σε λεπτά συμμετοχής, δεν έχει να κάνει με το μπάσκετ. Αφορά στην πνευματική δύναμη να πιαστείς από μια σανίδα και να παλέψεις με τα φουρτουνιασμένα κύματα όταν όλα δείχνουν να έχουν τελειώσει. Αφορά το πώς βρίσκεις τρόπο να συνεχίσεις, ακόμη κι όταν είσαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν μπορείς.
Και τελικά, αυτό είναι και το μόνο που μετράει: ότι ο Ακίλε Πολονάρα εξακολουθεί να είναι μέσα στο «παιχνίδι». Και μόνο η δήλωση του ότι θέλει να επιστρέψει ξανά στα παρκέ, λίγους μήνες μετά το δεκαήμερο κώμα, δείχνει ότι ο τύπος κάνει του… κεφαλιού του, κόντρα στα «θελήματα του Θεού». Ενσαρκώνει όσο λίγοι μια από τις πιο εμβληματικές ρήσεις του Νίκου Καζαντζάκη. «Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει…»


