Η απουσία plan B προορίζεται να πληγώσει και φέτος τον Ολυμπιακό

⏲️ Χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά

26/02/2026

𓂃✍︎ Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης

 

Όταν η Ζαλγκίρις χρειάστηκε να αντικαταστήσει στο ρόστερ τον Κίναν Έβανς – που είχε κλείσει στον Ολυμπιακό και επιπρόσθετα τραυματίστηκε σοβαρά – κατέφυγε στη λύση του Σιλβέν Φρανσίσκο. Ο Γάλλος πλέι-μέικερ είχε την προηγούμενη χρονιά πάρει «προαγωγή» από το Περιστέρι και το BCL στην Μπάγερν και τη Euroleague. Η περίπτωση του θυμίζει τον Τι Τζέι Σορτς, που κάθε επόμενη χρονιά είναι και καλύτερος στα ευρωπαϊκά παρκέ (με εξαίρεση βέβαια τη φετινή).

Το κοινό τους είναι ότι και οι δύο έχουν περάσει από την Παρί. Κατά την τετραετή θητεία στη χώρα του (2017-2021) σε επαγγελματικό επίπεδο, ο Φρανσίσκο έπαιξε δύο χρόνια στους πρωτευουσιάνους, ενδιάμεσα από τους Μετροπόλιτανς 92 και την Ροάν. Τη σεζόν 2021-22 μετακόμισε στην Ισπανία (Μανρέσα) και το καλοκαίρι του ’22 αποτέλεσε την επιλογή του Βασίλη Σπανούλη για τη θέση του βασικού πόιντ γκαρντ στο Περιστέρι.

«Όταν με κάλεσε πρώτη φορά στο τηλέφωνο ο Βασίλης Σπανούλης, δεν μπορούσα να το πιστέψω… Μεταξύ άλλων είναι ένας άνθρωπος που σου δίνει κίνητρο συνέχεια. Κανείς δεν το ξέρει, αλλά έχω σχεδόν 100 βίντεο με δικές του φάσεις στο κινητό μου και βλέπω πως έπαιζε το pick and roll!», δήλωνε τότε ο 25χρονος γκαρντ, που στη συνέχεια απέδειξε ότι ήταν διατεθειμένος να αντιγράψει τον Έλληνα θρύλο της Euroleague και στο παροιμιώδες work ethic του.

 

Ο παίκτης που χρειαζόταν ο Ολυμπιακός

Εν αντιθέσει με το ελληνικό πρωτάθλημα, στο οποίο είχε σχετικά χαμηλά νούμερα και άσχημα ποσοστά, ο Φρανσίσκο ήταν εξαιρετικός στα εννιά παιχνίδια του Τσάμπιονς Λιγκ (16.2 πόντοι, 5.8 ασίστ). Και πάλι όμως εκτελούσε με κάτω από 45% στο δίποντο και κάτω από 35% στο τρίποντο. Την επόμενη σεζόν, στην Μπάγερν, συνέβη το αντίθετο.

Ήταν αισθητά καλύτερος στα εντός συνόρων παιχνίδια από αυτά της Euroleague. Η Ζαλγκίρις διέγνωσε όμως στην περίπτωση του φιλοδοξία, σκληρή δουλειά και διάθεση για εξέλιξη. Το αποτέλεσμα ήταν να δικαιωθεί απόλυτα.

Στην πρώτη σεζόν του στο Κάουνας, ο Γάλλος «έγραψε» κατά μέσο όρο 14.6 πόντους, 4.5 ασίστ και 2.6 ριμπάουντ, με 47,9% στο δίποντο και 34,2% στο τρίποντο. Φέτος, έχει «εκτοξευτεί» – τα νούμερα του τον καθιστούν υποψήφιο για MVP. Έχει 17.1 πόντους, 6.6 ασίστ και 3.1 ριμπάουντ, με 53.5% στο δίποντο και 41% στο τρίποντο!

Στο εκτός έδρας ματς με τη Ρεάλ είχε 33 πόντους με 7/9 τρίποντα και 11 ασίστ, «διαλύοντας» το PIR (37), το οποίο φλέρταρε να προσπεράσει με τις επιδόσεις του κόντρα στον Ολυμπιακό (36). Παίζοντας πάνω από 42 λεπτά, λόγω των δύο παρατάσεων, σταμάτησε στους 23 πόντους και τις 7 ασίστ, ενώ κέρδισε 8 φάουλ και δεν υπέπεσε ο ίδιος σε κανένα.

Συνελόντι ειπείν, ένας καλός λόγος για να… μελαγχολήσουν οι φίλοι του Ολυμπιακού, που έβλεπαν την ίδια ώρα τους δικούς τους πλέι-μέικερ να έχουν αθροιστικά οχτώ πόντους, με 1/7 δίποντα και 2/6 τρίποντα. Αυτή ήταν η επιθετική συνεισφορά των Τόμας Γουόκαπ, Φρανκ Νιλικίνα, Κόρι Τζόσεφ και Μόντε Μόρις στον αγώνα του Κάουνας. Για την ακρίβεια, των τριών πρώτων, αφού ο τελευταίος δεν κρίθηκε σκόπιμο να αγωνιστεί ούτε λεπτό, γράφοντας ένα… ολοστρόγγυλο DNP.

 

Μια τετράδα γκαρντ που δεν προσφέρει εναλλακτικό πλάνο

Και εδώ υπογραμμίζεται η μεγάλη αντίθεση. Η Ζαλγκίρις πήρε τον Φρανσίσκο για να αντικαταστήσει τον Έβανς. Έναν παίκτη ενεργό στο στάδιο της εξέλιξης, με σουτ, κάθετο παιχνίδι και δημιουργική ικανότητα. Έναν πλέι-μέικερ με προσωπική φάση και μεγάλη έφεση στο ένας με έναν – από αυτούς που η αντίπαλη άμυνα νιώθει διαρκώς απειλή.

Ο Ολυμπιακός για να αντικαταστήσει τον Έβανς πήρε τον Νιλικίνα, τον Μόρις και τον Τζόσεφ. Τρεις παίκτες χωρίς επιθετικό ρεπερτόριο, που δυσκολεύονται πάρα πολύ να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους και να προκαλέσουν ρήγματα στην άμυνα. Παράδοξο φυσικά διότι τέτοιος είναι και ο Γουόκαπ.

Οι «ερυθρόλευκοι» διαθέτουν τέσσερις πόιντ γκαρντ με χαρακτηριστική αδυναμία να συνεισφέρουν επιθετικά, τουλάχιστον με βάση τα όσα έχουμε δει έως τώρα. Δεν υπάρχει καν plan B, η ομάδα ζει και «πεθαίνει» με τον Τεξανό γκαρντ και φυσικά η έλλειψη εναλλακτικού σχεδίου τον καθιστά προβλέψιμο.

Αυτή η αδυναμία γίνεται πιο αισθητή στα τελευταία λεπτά κλειστών αγώνων. Ιδίως απέναντι σε top αντιπάλους. Τότε που οι άμυνες «σφίγγουν», το μπασκετικό «ξύλο» κυριαρχεί και ο ελεύθερος χρόνος για σουτ περιορίζεται. Τότε που οι παλμοί είναι στο κόκκινο και η επιθετική πρωτοβουλία απαιτεί – εκτός από ταλέντο και – προσωπικότητα.

Είναι σαν να έχει αποφασίσει ο Γιώργος Μπαρτζώκας ότι δεν θα παίρνει πόντους από τον εκάστοτε «άσο» του σε τέτοιες συνθήκες, έντονης πίεσης. Το πρόβλημα μεγεθύνεται λόγω της προσαρμογής των αντιπάλων σε αυτή την αδυναμία. Ο πλέι-μέικερ του Ολυμπιακού αντιμετωπίζεται διαρκώς με under και ο προσωπικός αντίπαλός του δίνει βοήθειες, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο τις πιθανότητες να «βραχυκυκλώσει» την κυκλοφορία του και να αποτραπεί ένα σουτ με καλές προϋποθέσεις. Αυτό δίνεται απλόχερα στον Ουόκαπ, τον Νιλικίνα ή όποιον άλλο είναι στο παρκέ, με συνέπεια μια συνθήκη κατά την οποία πέντε αμυντικοί αντιμετωπίζουν τέσσερις επιθετικούς.

Για να αλλάξει αυτό, πρέπει ο παίκτης που απολαμβάνει αυτή την ελευθερία κινήσεων να ανταποκριθεί και να «τιμωρήσει» την άμυνα. Να παίρνει τα σουτ όταν του δίνονται κραυγαλέα, να έχει καλό ποσοστό σε αυτά και να πηγαίνει στη διείσδυση όταν βρίσκει διάδρομο. Ο Ολυμπιακός είχε έναν τέτοιο παίκτη πέρσι, αλλά εκτός από τις άστοχες επιλογές παικτών της τελευταία διετίας έχει να αντιμάχεται διαχρονικά και την «κατάρα» των τραυματισμών.

Ο Νάιτζελ Γουίλιαμς – Γκος είχε τραυματιστεί λίγο πριν από το Final 4 και ήταν σκιά του καλού εαυτού του στον ημιτελικό με τη Μονακό. Η ομάδα δεν είχε τη βοήθεια που χρειαζόταν από τον «άσο», η Μονακό μπλόκαρε το ποστ παιχνίδι, ο Βεζένκοφ ήταν σε πολύ κακή βραδιά και έμεινε μόνος του να παλεύει ο Εβάν Φουρνιέ, σε κατάσταση hero ball.

 

Το debate για τον Γκος

Από το βράδυ της Πέμπτης, έχει ξεκινήσει το αναμενόμενο debate στα social media για το αν έπρεπε να αφήσει ο Ολυμπιακός τον Γουίλιαμς – Γκος να φύγει. Ο Αμερικάνος εκτέλεσε την πρώην ομάδα του με καθοριστικά τρίποντα (είχε 4/7) και 23 πόντους συνολικά. Βγήκε μπροστά όταν το «τρένο» φάνηκε να χάνεται για τη Ζαλγκίρις, πήρε τα σουτ και τα έβαλε.

Οι τρεις γκαρντ της λιθουανικής ομάδας είχαν αθροιστικά 61 πόντους με 11/21 τρίποντα – η σύγκριση με αυτούς των «ερυθρόλευκων» είναι λόγος για να… μαραζώνει ο οπαδός της ομάδας.

Οι πρωταθλητές Ελλάδας θα είχαν νικήσει στη «Ζαλγκίριο Αρένα» αν είχαν διαθέσιμο τον Σάσα Βεζένκοφ, καθώς ο Άλεκ Πίτερς πραγματοποίησε ίσως τη χειρότερη εμφάνιση του από τη μέρα που ήρθε στην Ελλάδα (2/11 σουτ). Σε αυτό όμως υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση. Θα είχε πιθανότατα νικήσει και αν διέθετε έστω έναν πλέι-μέικερ που στις κρίσιμες στιγμές θα προσέθετε μια απειλή δίπλα σε αυτές των Φουρνιέ, Ντόρσεϊ.

Θα μπορούσε αυτός να είναι ο Τζάρεντ Μπάτλερ, των 13,6 πόντων κατά μέσο όρο φέτος με τον Ερυθρό Αστέρα (με σχεδόν 40% στο τρίποντο) ή ο Νάντο Ντε Κολό, που σκοράρει 11π. στη Φενερμπαχτσέ με 50% τρίποντο και 57% δίποντο;

Για να είμαστε ειλικρινείς, με 25+ εκατ. ευρώ μπάτζετ, θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε…